Αττικοβοιωτία: Γιατί η «υπεροπλία» στον αέρα δεν στάθηκε αρκετή – Η μάχη με τη φωτιά χάθηκε στο έδαφος
Πάνω από 112.000 στρέμματα δάσους έγιναν στάχτη, δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και δεκάδες σπίτια καταστράφηκαν από την πυρκαγιά που ξέσπασε στις 31 Ιουλίου και για σχεδόν πέντε ημέρες έπληξε τη Βοιωτία και την Αττική. Η καταστροφή επαναφέρει στο προσκήνιο τα κενά στην πρόληψη, την επιχειρησιακή αντιμετώπιση και τη διαχείριση των μεγάλων δασικών πυρκαγιών.
Η φωτιά στην Αττικοβοιωτία, που εκδηλώθηκε υπό εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες και εξελίχθηκε σε μια μεγάλη πυρκαγιά, ανέδειξε για ακόμη μία φορά τα όρια ενός μοντέλου που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα εναέρια μέσα.
Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους στόλους πυρόσβεσης στην Ευρώπη, με περισσότερα από 80 εναέρια μέσα, ιδιόκτητα και μισθωμένα. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Φυσικών Καταστροφών Κώστας Συνολάκης, η παρουσία ισχυρών εναέριων δυνάμεων δεν μπορεί από μόνη της να εγγυηθεί τον έλεγχο μιας μεγάλης δασικής πυρκαγιάς.
Το κρίσιμο ζήτημα βρίσκεται στην επίγεια αντιμετώπιση, στην ταχύτητα της πρώτης επέμβασης και κυρίως στην προετοιμασία που έχει προηγηθεί της φωτιάς.
Οι πρώτες στιγμές είναι καθοριστικές
Σύμφωνα με τον καθηγητή, χωρίς πλήρη επιχειρησιακή αποτίμηση δεν μπορούν να αποδοθούν συγκεκριμένες ευθύνες ούτε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για όσα συνέβησαν στα πρώτα κρίσιμα λεπτά.
Ωστόσο, η φωτιά αναπτύχθηκε σε συνθήκες ισχυρών ανέμων, εξαιρετικά ξηρής βλάστησης και πολλαπλών μεταδόσεων μέσω καύτρων, με αποτέλεσμα να εξαπλωθεί με μεγάλη ταχύτητα.
Τα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν αφορούν, μεταξύ άλλων, το πόσο γρήγορα εντοπίστηκε η αρχική εστία, πόσος χρόνος μεσολάβησε μέχρι την πρώτη ουσιαστική προσβολή, αν οι επίγειες δυνάμεις βρίσκονταν ήδη σε κατάλληλες θέσεις και αν υπήρχαν επαρκείς δασικοί δρόμοι και σημεία υδροληψίας.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες δυνάμεις κινητοποιήθηκαν, αλλά πόσες από αυτές βρέθηκαν στο σωστό σημείο, με τη σωστή αποστολή, μέσα στα πρώτα 20 ή 30 λεπτά.
Τα εναέρια μέσα δεν μπορούν να σβήσουν μόνα τους τη φωτιά
Η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικά στην ενίσχυση του εναέριου στόλου της, ενώ από το 2028 αναμένεται σταδιακά και η παραλαβή νέων Canadair.
Ωστόσο, η επιχειρησιακή υπεροχή στον αέρα δεν αρκεί όταν οι συνθήκες καθιστούν τις πτήσεις ιδιαίτερα δύσκολες ή επικίνδυνες.
Οι ισχυροί άνεμοι που επικράτησαν για περίπου δύο ημέρες στην Αττικοβοιωτία περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα αποτελεσματικής επέμβασης από αέρος. Καπνός, περιορισμένη ορατότητα και συνεχείς αλλαγές της κατεύθυνσης του μετώπου μπορούν να περιορίσουν ακόμη περισσότερο την αποτελεσματικότητα των αεροσκαφών και των ελικοπτέρων.
Τα εναέρια μέσα μπορούν να μειώσουν προσωρινά την ένταση της φωτιάς, να προστατεύσουν κρίσιμα σημεία και να δημιουργήσουν καλύτερες συνθήκες για τις επίγειες δυνάμεις. Δεν μπορούν όμως να αντικαταστήσουν τους πυροσβέστες που θα πρέπει στη συνέχεια να ελέγξουν την περίμετρο, να αντιμετωπίσουν τις μικροεστίες και να αποτρέψουν τις αναζωπυρώσεις.
Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον κ. Συνολάκη, απαιτείται ένα πιο ισορροπημένο μοντέλο, με ευέλικτες και εξειδικευμένες επίγειες ομάδες, προωθημένη ανάπτυξη δυνάμεων τις ημέρες υψηλού κινδύνου, νυχτερινή επιχειρησιακή δυνατότητα και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων δεδομένων από δορυφόρους, drones, κάμερες και μετεωρολογικά συστήματα.
Η πρόληψη ξεκινά πολύ πριν από την αντιπυρική περίοδο
Ένα από τα βασικά προβλήματα εντοπίζεται στην πρόληψη.
Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί καθαρισμοί, συντηρήσεις και διανοίξεις δασικών δρόμων, αντιπυρικές ζώνες και έργα στο πλαίσιο του προγράμματος «Antinero».
Ο ΟΟΣΑ καταγράφει σχεδιασμό για τη συντήρηση ή διάνοιξη περίπου 12.000 χιλιομέτρων δασικών δρόμων και 1.600 χιλιομέτρων ζωνών, καθώς και την εκπόνηση σχεδίων δασικής πυροπροστασίας. Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο καθηγητής, έχουν καθαριστεί περίπου 77.000 στρέμματα δασών.
Το ζήτημα, όμως, είναι κατά πόσο οι παρεμβάσεις αυτές έχουν ολοκληρωθεί στις περιοχές που τελικά επλήγησαν.
Η πρόληψη, όπως επισημαίνεται, δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ή να περιορίζεται στους μήνες πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου. Χρειάζονται τοπικά επιχειρησιακά σχέδια που θα περιλαμβάνουν χαρτογράφηση της βλάστησης, πιθανά σενάρια εξάπλωσης, θέσεις ανάπτυξης των πυροσβεστικών δυνάμεων, οδούς διαφυγής και σημεία στα οποία μπορεί να ανακοπεί με μεγαλύτερη ασφάλεια ένα μέτωπο.
Το ερώτημα για τη Δασική Υπηρεσία
Η καταστροφή επαναφέρει και μια παλιά συζήτηση: αν ήταν σωστή η μεταφορά της δασοπυρόσβεσης στην Πυροσβεστική από τη Δασική Υπηρεσία.
Ο Κώστας Συνολάκης σημειώνει ότι η Πυροσβεστική διαθέτει πειθαρχημένη δομή, εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων και δυνατότητα ταχείας κινητοποίησης. Ωστόσο, η δασική πυρκαγιά απαιτεί εξειδικευμένη γνώση της βλάστησης, της τοπογραφίας, της συμπεριφοράς της φωτιάς και του δασικού οδικού δικτύου.
Η λύση, σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, δεν βρίσκεται απαραίτητα στην επιστροφή στο προηγούμενο μοντέλο, αλλά σε μια μόνιμη και θεσμοθετημένη συνεργασία Πυροσβεστικής, Δασικής Υπηρεσίας, Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιστημονικών φορέων και διαχειριστών υποδομών.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι η πρόληψη, η διαχείριση του δάσους και η καταστολή εξακολουθούν σε σημαντικό βαθμό να λειτουργούν ως ξεχωριστά πεδία.
Η προστασία των κατοικιών δεν σταματά στον καθαρισμό των οικοπέδων
Στη Δυτική Αττική, οι έλεγχοι μετά την καταστροφή κατέγραψαν σημαντικές ζημιές. Από 325 κτίρια που ελέγχθηκαν, 118 χαρακτηρίστηκαν κόκκινα και κρίθηκαν κατεδαφιστέα, 119 κίτρινα και χρήζοντα επισκευών, ενώ 88 χαρακτηρίστηκαν πράσινα.
Η εμπειρία από τις μεγάλες πυρκαγιές δείχνει ότι η προστασία μιας κατοικίας απαιτεί περισσότερα από τον καθαρισμό του οικοπέδου.
Οι ειδικοί προτείνουν μια προστατευμένη ζώνη γύρω από το σπίτι, απομάκρυνση εύφλεκτων υλικών, καθαρές στέγες και υδρορροές, προστατευμένα ανοίγματα, δυσανάφλεκτα υλικά και ασφαλή πρόσβαση για τα πυροσβεστικά οχήματα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι καύτρες, οι οποίες μπορούν να μεταφέρουν τη φωτιά σε στέγες, αεραγωγούς ή συσσωρευμένα εύφλεκτα υλικά ακόμη και όταν το κύριο μέτωπο βρίσκεται σε απόσταση.
Νέα δεδομένα απαιτούν νέο σχεδιασμό
Η πυρκαγιά στην Αττικοβοιωτία αποτελεί ακόμη μία υπενθύμιση ότι οι συνθήκες των μεγάλων δασικών πυρκαγιών έχουν αλλάξει.
Οι υψηλές θερμοκρασίες, η ξηρασία, οι ισχυροί άνεμοι και η ταχύτατη εξάπλωση δημιουργούν μέτωπα που μπορούν μέσα σε λίγα λεπτά να ξεπεράσουν τις δυνατότητες άμεσης κατάσβεσης.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η αύξηση των διαθέσιμων εναέριων μέσων, αλλά η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος πρόληψης και καταστολής.
Η φωτιά, άλλωστε, δεν αντιμετωπίζεται μόνο τη στιγμή που ξεσπά. Αντιμετωπίζεται με τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί μήνες και χρόνια νωρίτερα: με τη διαχείριση της βλάστησης, τη συντήρηση των υποδομών, την κατάσταση των δασικών δρόμων, την εκπαίδευση των επίγειων δυνάμεων, τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και την έγκαιρη ανάπτυξη των διαθέσιμων δυνάμεων.
Και αυτό είναι ίσως το βασικό συμπέρασμα από την καταστροφή στην Αττικοβοιωτία: η εναέρια «υπεροπλία» είναι σημαντική, αλλά χωρίς ισχυρή πρόληψη και αποτελεσματική επίγεια επιχειρησιακή ικανότητα δεν αρκεί για να κερδηθεί η μάχη με μια mega fire.
